M

Το χρώμα ως στοιχείο της συλλογικής μνήμης: Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Leon ― 

Το MUSAC, Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Leon, στην κεντρική Ισπανία, αναπτύσσει μία τολμηρή στρατηγική ένταξης του σύγχρονου κτιρίου μέσα στο ιστορικό του περιβάλλον, χρησιμοποιώντας με δημιουργικό τρόπο τα έντονα χρώματα της γυάλινης όψης του. Το κτίριο ξεκίνησε να χτίζεται το 2005, ενώ το 2007 τιμήθηκε με το Βραβείο Αρχιτεκτονικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Mies van der Rohe Award, ως πρότυπο σύγχρονης επέμβασης σε Ευρωπαϊκή πόλη.

Οι αρχιτέκτονες του Μουσείου, ο πρόωρα χαμένος Luis Moreno Mansilla και ο συνεργάτης του Emilio Tuñon, που συνεχίζει την κοινή τους αρχιτεκτονική έρευνα, σχεδίασαν το κτίριο ως μια «μυστική γεωγραφία της μνήμης», μέσα από ένα ανοιχτό σύστημα επαναληπτικών γεωμετρικών στοιχείων όπου συντίθενται ρόμβοι και τετράγωνα. Το συγκεκριμένο γεωμετρικό μοτίβο απαντάται πάρα πολύ συχνά στην ιστορία της Αρχιτεκτονικής, ως κόσμημα σε δάπεδα ή σε κατασκευαστικές λεπτομέρειες, όμως στο MUSAC χρησιμοποιείται τρισδιάστατα, παράγοντας κυματιστές επιφάνειες και απρόβλεπτες διαδρομές στο εσωτερικό του.

Το κτίριο, σε αντίθεση με άλλα μουσεία, που κατασκευάζονται για να περιέχουν μία συγκεκριμένη, παγιωμένη έκθεση, φιλοξενεί αποκλειστικά έργα από τη νεότερη γενιά καλλιτεχνών (υλοποιημένων μεταξύ 1992 και 2012) και η αρχιτεκτονική του επιτρέπει να πρωταγωνιστήσει η ζωντανή δράση και η ελεύθερη εξερεύνηση, σαν να ήταν ήδη κομμάτι της πόλης. Οι τυποποιημένες δομικές μονάδες, με το ιδιόμορφο τρισδιάστατο σχήμα τους, παράγουν στο εσωτερικό τους οπτικές φυγές παράλληλες ή διαγώνιες, που εναλλάσσονται μέσα στη ροή των διαδοχικών εκθεσιακών χώρων, ενώ στο επίπεδο της πόλης η διάταξή τους παίρνει το σχήμα μιας αγκαλιάς η οποία κλείνει μέσα της μια νέα αστική πλατεία, που μετατρέπεται σε πλατφόρμα αυθόρμητων δράσεων.

Η όψη του κτιρίου στον δημόσιο χώρο λειτουργεί συμβολικά, θέλοντας να ενισχύσει τον μνημειακό χαρακτήρα της νέας επέμβασης, αναπαράγοντας τις ιστορικές μορφές της Leon χωρίς να τις μιμείται. Ενώ οι δομικές μονάδες του Μουσείου επενδύονται στο εξωτερικό τους με αδιαφανές λευκό γυαλί, στις επιφάνειες που περικλείουν τη νέα πλατεία η εντύπωση αλλάζει δραματικά, μέσα από μία έκρηξη χρώματος: Από τους περίπου 3000 υαλοπίνακες που αποτελούν την επιδερμίδα του κτιρίου, αυτοί που δίνουν χαρακτήρα στην πλατεία του μουσείου είναι από κρύσταλλο σε 27 διαφορετικά χρώματα, τα οποία έχουν προέλθει μέσα από τη μεταγραφή της εντύπωσης του εντυπωσιακού βιτρό στον ρόδακα πάνω από την είσοδο του Καθεδρικού ναού της πόλης. Ο μεσαιωνικός ρόδακας, που περιέχει τη διάσημη παράσταση “El Falconer”, αποτυπώθηκε ψηφιακά, οι τονικότητες των χρωμάτων του γυαλιού καταγράφηκαν με σύγχρονη κωδικοποίηση και κατασκευάστηκαν οι κρυστάλλινοι πίνακες που έντυσαν τις όψεις του μουσείου, σαν πίξελ σε χαμηλή ανάλυση. Με τον τρόπο αυτό, το νέο μουσείο, χωρίς να κρύβει τον καινοτόμο χαρακτήρα του, δανείστηκε τα χρώματα του πιο όμορφου, ίσως, αρχιτεκτονικού στοιχείου του Καθεδρικού για να εγγραφεί, κάποιους αιώνες μετά, στην ίδια συλλογική μνήμη.

Στα σχόλιά της, η κριτική επιτροπή του Βραβείου Mies van der Rohe, γράφει: « Η επιτυχία του MUSAC βρίσκεται στη γενναιόδωρη κατανομή πολλαπλών σεναρίων, όπου μπορούν να λάβουν χώρο οι ανθρώπινες δραστηριότητες και όπου τα ίχνη αυτών των δραστηριοτήτων μπορούν να γίνουν κατανοητά από τους άλλους […] Το κτίριο πρέπει να γίνει αντιληπτό ως πείραμα, με μοναδικό σκοπό του την εγκαθίδρυση ενός συλλογικού συστήματος κυκλοφορίας, με την κατασκευή ενός ανοιχτού χώρου ειδικά σχεδιασμένου να δημιουργεί δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους και τη φύση, τα έργα τέχνης και τις εκδηλώσεις».